dwell time
dwell
dwɛl
dvel
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "dwell time"στα αγγλικά

01

χρόνος στάσης, διάρκεια στάσης

the period a vehicle, such as a bus or train, remains stationary at a stop to allow passengers to board and alight 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dwell times
Παραδείγματα
Transit agencies aim to reduce dwell time to improve overall service efficiency. 

Οι υπηρεσίες διέλευσης στοχεύουν στη μείωση του χρόνου στάσης για τη βελτίωση της συνολικής αποδοτικότητας της υπηρεσίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store