transitway
tran
ˈtræn
trān
sit
zɪt
zit
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "transitway"στα αγγλικά

01

αποκλειστική λωρίδα, διάδρομος δημόσιας συγκοινωνίας

a dedicated route or corridor reserved exclusively for public transportation vehicles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
transitways
Παραδείγματα
The city introduced a new transitway to speed up bus routes and reduce traffic congestion. 

Η πόλη εισήγαγε έναν νέο διάδρομο διέλευσης για να επιταχύνει τις διαδρομές των λεωφορείων και να μειώσει την κυκλοφοριακή συμφόρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store