dicycle
di
ˈdɪ
di
cy
saɪ
sai
cle
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "dicycle"στα αγγλικά

01

dicycle, όχημα με δύο παράλληλους τροχούς

a type of vehicle with two parallel wheels, often designed for stability and balance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dicycles
Παραδείγματα
The inventor demonstrated his latest creation, a self-balancing dicycle, at the tech fair. 

Ο εφευρέτης επίδειξε την τελευταία του δημιουργία, ένα αυτο-ισορροπούμενο dicycle, στην τεχνολογική έκθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store