bokken
bo
ˈbɑ:
μπα
kken
kən
καν
/bˈɒkən/

Ορισμός και σημασία του "bokken"στα αγγλικά

01

μπόκκεν, ξύλινο ιαπωνικό σπαθί

a wooden Japanese sword used in martial arts training, such as kenjutsu and aikido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bokkens
Παραδείγματα
His bokken technique improved after months of rigorous practice.
Η τεχνική του με το μπόκκεν βελτιώθηκε μετά από μήνες αυστηρής πρακτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store