paddleboard
paddleboard
'pædəlbɔ:d
pādēlbawd

Ορισμός και σημασία του "paddleboard"στα αγγλικά

01

σανίδα paddle, paddleboard

long, flat board used for standing and paddling in sports like stand-up paddleboarding and surfing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paddleboards
Παραδείγματα
We rented a paddleboard at the beach. 

Νοικιάσαμε μια σανίδα κωπηλασίας στην παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store