Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Judogi
01
τζουντόγκι, ενδυμασία τζούντο
the traditional attire worn for practicing judo, typically consisting of a jacket and pants made from thick cotton
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
judogis
Παραδείγματα
He put on his judogi before heading to the judo tournament.
Φόρεσε το τζουντόγκι του πριν πάει στο τουρνουά τζούντο.



























