Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eventer
01
αθλητής του τριάθλου, συμμετέχων στο τρίθλο
a participant in the sport of eventing, which combines dressage, cross-country jumping, and show jumping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eventers
Παραδείγματα
The eventer showcased excellent form during the dressage phase of the competition.
Ο eventer επέδειξε εξαιρετική φόρμα κατά τη φάση του dressage στον διαγωνισμό.
LanGeek



























