Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reel in
01
τυλίγω, τραβώ
to pull or draw something in by winding it around a reel or similar device
Transitive: to reel in sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
reel
ενεστώτας
reel in
γ΄ ενικό πρόσωπο
reels in
ενεστώτα μετοχή
reeling in
απλός αόριστος
reeled in
παθητική μετοχή
reeled in
Παραδείγματα
The fisherman reeled in a massive trout after a long struggle.
Ο ψαράς τράβηξε έναν τεράστιο πέστροφα μετά από μια μακρά πάλη.



























