Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carom billiards
01
καραμπόμ μπιλιάρδο, μπιλιάρδο τριών ζωνών
a cue sport in which players score points by bouncing the cue ball off two other balls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carom billiards
Παραδείγματα
She practiced carom billiards daily to perfect her technique.
Εξασκούταν καθημερινά στο καράμ μπιλιάρδο για να τελειοποιήσει την τεχνική της.



























