to telecommute
te
ˌtɛ
te
le
li
co
mmute
ˈmju:t
myoot

Ορισμός και σημασία του "telecommute"στα αγγλικά

to telecommute
01

τηλεργασία, εργάζομαι από απόσταση

to work remotely from a location other than the traditional office 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
telecommute
γ΄ ενικό πρόσωπο
telecommutes
ενεστώτα μετοχή
telecommuting
απλός αόριστος
telecommuted
παθητική μετοχή
telecommuted
Παραδείγματα
The company encourages employees to telecommute during inclement weather to ensure their safety. 

Η εταιρεία ενθαρρύνει τους εργαζόμενους να εργάζονται από απόσταση κατά τη διάρκεια κακών καιρικών συνθηκών για να διασφαλιστεί η ασφάλειά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store