to telecommute
Pronunciation
/ˈtɛɫəkəmˌjut/

Ορισμός και σημασία του "telecommute"στα αγγλικά

to telecommute
01

τηλεργασία, εργάζομαι από απόσταση

to work remotely from a location other than the traditional office
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
telecommute
γ΄ ενικό πρόσωπο
telecommutes
ενεστώτα μετοχή
telecommuting
απλός αόριστος
telecommuted
παθητική μετοχή
telecommuted
Παραδείγματα
She telecommutes full-time, managing her workload efficiently from her home office.
Εργάζεται απομακρυσμένα πλήρους απασχόλησης, διαχειριζόμενη αποτελεσματικά το φόρτο εργασίας της από το γραφείο στο σπίτι της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store