stemming
Pronunciation
/ˈstɛmɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "stemming"στα αγγλικά

01

τεχνική αντίθετης πίεσης, αντίθετη πίεση

a climbing technique that involves using opposing pressure between two surfaces to ascend without relying on handholds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Stemming proved crucial on the steep, smooth face of the rock.
Το stemming αποδείχθηκε καθοριστικό στην απότομη, λεία επιφάνεια του βράχου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store