Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to redpoint
01
ολοκληρώνω μια διαδρομή χωρίς πτώση
to successfully complete a climbing route from start to finish without falling or resting on the rope, typically after multiple attempts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redpoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
redpoints
ενεστώτα μετοχή
redpointing
απλός αόριστος
redpointed
παθητική μετοχή
redpointed
Παραδείγματα
She finally redpointed the challenging route after weeks of training.
Επιτέλους ολοκλήρωσε την προκλητική διαδρομή μετά από εβδομάδες προπόνησης.



























