to redpoint
red
ˈrɛd
red
point
pɔɪnt
poynt
repoint

Ορισμός και σημασία του "redpoint"στα αγγλικά

to redpoint
01

ολοκληρώνω μια διαδρομή χωρίς πτώση

to successfully complete a climbing route from start to finish without falling or resting on the rope, typically after multiple attempts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redpoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
redpoints
ενεστώτα μετοχή
redpointing
απλός αόριστος
redpointed
παθητική μετοχή
redpointed
Παραδείγματα
She finally redpointed the challenging route after weeks of training. 

Επιτέλους ολοκλήρωσε την προκλητική διαδρομή μετά από εβδομάδες προπόνησης.

Λεξικό Δέντρο

redpoint

red

+

point

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store