to redpoint
Pronunciation
/ɹˈɛdpɔɪnt/

Ορισμός και σημασία του "redpoint"στα αγγλικά

to redpoint
01

ολοκληρώνω μια διαδρομή χωρίς πτώση

to successfully complete a climbing route from start to finish without falling or resting on the rope, typically after multiple attempts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
redpoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
redpoints
ενεστώτα μετοχή
redpointing
απλός αόριστος
redpointed
παθητική μετοχή
redpointed
Παραδείγματα
Climbers often track their progress by noting the routes they've redpointed.
Οι αναρριχητές συχνά παρακολουθούν την πρόοδό τους σημειώνοντας τις διαδρομές που έχουν κάνει redpoint (να ολοκληρώσουν με επιτυχία μια διαδρομή αναρρίχησης από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς να πέσουν ή να ξεκουραστούν στο σχοινί, συνήθως μετά από πολλές προσπάθειες).

Λεξικό Δέντρο

redpoint

red

+

point

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store