lead climbing
lead
ˈlɛd
led
climb
klaɪm
klaim
ing
ɪng
ing

Ορισμός και σημασία του "lead climbing"στα αγγλικά

01

αναρρίχηση με οδηγό, πρωτοπορία αναρρίχησης

a style of climbing where the climber ascends a route while attaching the rope to protection points along the way, placing gear for safety 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lead climbings
Παραδείγματα
Lead climbing requires climbers to clip into protection as they ascend. 

Η αναρρίχηση με πρώτο απαιτεί από τους αναρριχητές να συνδέονται με τις προστατευτικές συσκευές καθώς αναρριχώνται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store