Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brainsick
01
διαταραγμένος ψυχικά, παράφρονας
exhibiting extreme mental disturbance or irrational behavior, often indicating insanity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brainsick
συγκριτικός βαθμός
more brainsick
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The character in the novel became brainsick after years of isolation.
Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα έγινε παράφρων μετά από χρόνια απομόνωσης.
Λεξικό Δέντρο
brainsick
brain
sick



























