mudflat
mud
ˈmʌd
μαντ
flat
flæt
φλαιτ

Ορισμός και σημασία του "mudflat"στα αγγλικά

01

λασπώδης έκταση, παραλιακό υγρότοπο

a coastal wetland area that is covered by mud or silt at low tide and exposed at high tide 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mudflats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mudflat

mud

+

flat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store