snowpack
snow
ˈsnəʊ
snew
pack
pæk
pāk

Ορισμός και σημασία του "snowpack"στα αγγλικά

01

στρώμα χιονιού, χιονόστρωμα

the accumulation of compressed layers of snow on the ground in regions where snowfall is common 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snowpacks

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

snowpack

snow

+

pack

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store