biocompatible
bio
ˌbaɪoʊ
μπαιου
com
kəm
καμ
pa
ˈpæ
παι
ti
τα
ble
bəl
μπαλ
/bˌaɪəʊkəmpˈatəbəl/

Ορισμός και σημασία του "biocompatible"στα αγγλικά

biocompatible
01

βιοσυμβατό, που δεν προκαλεί επιβλαβείς αντιδράσεις ή δυσμενείς επιπτώσεις όταν έρχεται σε επαφή με βιολογικά συστήματα

not causing harmful reactions or adverse effects when in contact with biological systems
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most biocompatible
συγκριτικός βαθμός
more biocompatible
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store