Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malic acid
01
μηλικό οξύ
a naturally occurring organic compound found in many fruits that contributes to their sour taste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























