Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wheelchair curling
01
κέρλιγκ σε αμαξίδιο, προσαρμοσμένο κέρλιγκ για αθλητές με σωματικές αναπηρίες που χρησιμοποιούν αμαξίδιο
a form of curling adapted for athletes with physical disabilities who use wheelchairs to compete
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheelchair curlings
Παραδείγματα
He dreams of representing his country in wheelchair curling at the Paralympic Games.
Ονειρεύεται να εκπροσωπήσει τη χώρα του στο κέρλιγκ με αμαξίδιο στους Παραολυμπιακούς Αγώνες.



























