kendo
ken
ˈkɛn
ken
do
dəʊ
dew
zendoinnuendocrescendodecrescendo

Ορισμός και σημασία του "kendo"στα αγγλικά

01

κέντο, ιαπωνική πολεμική τέχνη που επικεντρώνεται στη ξιφασκία με μπαμπού σπαθιά και προστατευτική πανοπλία

a Japanese martial art that focuses on swordsmanship with bamboo swords and protective armor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He has been practicing kendo for over a decade. 

Ασκείται στο κέντο για πάνω από μια δεκαετία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store