racket abuse
ra
ˈræ
cket
kɪt
kit
a
ə
ē
buse
bju:s
byoos

Ορισμός και σημασία του "racket abuse"στα αγγλικά

01

κατάχρηση ρακέτας, καταστροφή ρακέτας

the act of angrily or intentionally damaging a tennis racket during a match 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The player received a warning from the umpire for racket abuse after smashing his racket against the court. 

Ο παίκτης έλαβε μια προειδοποίηση από τον διαιτητή για κατάχρηση ρακέτας αφού έσπασε την ρακέτα του στο γήπεδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store