wheelchair tennis
wheel
ˈwi:l
vil
chair
ˌʧeə
che
te
te
nnis
nɪs
nis

Ορισμός και σημασία του "wheelchair tennis"στα αγγλικά

Wheelchair tennis
01

αντισφαίριση σε αμαξίδιο, προσαρμοσμένη αντισφαίριση σε αμαξίδιο

a form of tennis adapted for players who use wheelchairs due to physical disabilities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheelchair tennis
Παραδείγματα
She excels at wheelchair tennis despite her physical challenges. 

Εξαιρετική στο αντίχειρα σε αμαξίδιο παρά τις σωματικές της προκλήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store