Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wheelchair tennis
01
αντισφαίριση σε αμαξίδιο, προσαρμοσμένη αντισφαίριση σε αμαξίδιο
a form of tennis adapted for players who use wheelchairs due to physical disabilities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheelchair tennis
Παραδείγματα
She excels at wheelchair tennis despite her physical challenges.
Εξαιρετική στο αντίχειρα σε αμαξίδιο παρά τις σωματικές της προκλήσεις.



























