Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Braiding
01
πλέξιμο, πλεξούδα
a technique of interlacing three or more strands of material to create a woven pattern that can be used for decorative or functional purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
braidings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
upbraiding
braiding
braid



























