Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brains
Παραδείγματα
He suffered a traumatic brain injury in a car accident.
Υπέστη τραυματικό εγκεφαλικό τραύμα σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
02
εγκέφαλος, μυαλό
animal brains that are used as edible meat
Παραδείγματα
He decided to try a new culinary experience and ordered a dish made with fried pig brain.
Αποφάσισε να δοκιμάσει μια νέα γαστρονομική εμπειρία και παρήγγειλε ένα πιάτο φτιαγμένο με τηγανητό εγκέφαλο χοίρου.
03
εγκέφαλος, ιδιοφυία
a person with exceptional intelligence and creativity
04
εγκέφαλος, διανόηση
mental ability
05
εγκέφαλος, μυαλό
that which is responsible for one's thoughts, feelings, and conscious brain functions; the seat of the faculty of reason
to brain
01
χτυπώ στο κεφάλι, κτυπώ το κεφάλι
hit on the head
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brain
γ΄ ενικό πρόσωπο
brains
ενεστώτα μετοχή
braining
απλός αόριστος
brained
παθητική μετοχή
brained
02
θρυμματίζω το κρανίο, σπάζω το κρανίο
kill by smashing someone's skull
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
brainish
brainless
brainlet
brain



























