loose ball
loose
lu:s
loos
ball
bɔ:l
bawl

Ορισμός και σημασία του "loose ball"στα αγγλικά

01

ελεύθερη μπάλα, ανεξέλεγκτη μπάλα

an uncontrolled ball available for any player to pick it up 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loose balls
Παραδείγματα
He dove for the loose ball to gain possession for his team. 

Βούτηξε για την ελεύθερη μπάλα για να κερδίσει την κατοχή για την ομάδα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store