loose ball
Pronunciation
/lˈuːs bˈɔːl/

Ορισμός και σημασία του "loose ball"στα αγγλικά

01

ελεύθερη μπάλα, ανεξέλεγκτη μπάλα

an uncontrolled ball available for any player to pick it up
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loose balls
Παραδείγματα
The loose ball bounced unpredictably, creating chaos among the players.
Η χαλαρή μπάλα αναπήδησε απρόβλεπτα, δημιουργώντας χάος μεταξύ των παικτών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store