to brag
brag
bræg
brāg
slagcragquagshag

Ορισμός και σημασία του "brag"στα αγγλικά

to brag
01

καυχιέμαι, επιδεικνύω

to talk with excessive pride about one's achievements, possessions, etc. often in exaggerated manner 
Intransitive: to brag about sth
to brag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brag
γ΄ ενικό πρόσωπο
brags
ενεστώτα μετοχή
bragging
απλός αόριστος
bragged
παθητική μετοχή
bragged
Παραδείγματα
Unable to contain his excitement, he began to brag about the promotion he received at work. 

Αδυνατώντας να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του, άρχισε να καυχιέται για την προαγωγή που έλαβε στη δουλειά.

01

καύχημα, μεγαλαυχία

an instance of boastful talk 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brags
02

brag, παιχνίδι brag

a historic British gambling game similar to poker, where players are dealt three cards and bet on the strength of their hands 
01

εξαιρετικός, εξαίσιος

exceptionally good 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
braggest
συγκριτικός βαθμός
bragger
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

bragger
bragging
bragging
brag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store