Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
School-leaver
01
αποφοιτητής, νεαρός που τελείωσε το σχολείο
a person who has recently completed their education at a school and is transitioning to the next phase of their life
Παραδείγματα
He attended workshops and seminars designed to equip school-leavers with the necessary tools for success in the job market.
Παρευρέθηκε σε εργαστήρια και σεμινάρια που σχεδιάστηκαν για να εξοπλίσουν τους αποφοίτους σχολείων με τα απαραίτητα εργαλεία για επιτυχία στην αγορά εργασίας.



























