Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cross-disciplinary
01
διεπιστημονικός, πολυδisciplinary
pertaining to or involving multiple academic disciplines
Παραδείγματα
The cross-disciplinary nature of the workshop allowed participants to gain insights from diverse fields like art, technology, and philosophy.
Η διεπιστημονική φύση του εργαστηρίου επέτρεψε στους συμμετέχοντες να αποκτήσουν γνώσεις από διάφορα πεδία όπως η τέχνη, η τεχνολογία και η φιλοσοφία.



























