Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Core competency
01
βασική ικανότητα, διακριτό πλεονέκτημα
a distinctive strength or advantage that sets an organization or individual apart from competitors
Παραδείγματα
The department 's core competency in curriculum development enables it to adapt to evolving educational trends and student needs.
Η βασική ικανότητα του τμήματος στην ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών του επιτρέπει να προσαρμόζεται στις εξελισσόμενες εκπαιδευτικές τάσεις και στις ανάγκες των μαθητών.



























