Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Research paper
01
ερευνητική εργασία, μελέτη έρευνας
a scholarly document presenting findings from an investigation or study on a particular topic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
research papers
Παραδείγματα
The professor assigned a research paper on the effects of climate change on biodiversity.
Ο καθηγητής ανέθεσε μια ερευνητική εργασία για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη βιοποικιλότητα.



























