Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
English language learner
/ˈɪŋɡlɪʃ lˈæŋɡwɪdʒ lˈɜːnɚ/
ELL
English language learner
01
μαθητής που μαθαίνει αγγλικά, φοιτητής που μαθαίνει αγγλικά ως πρόσθετη γλώσσα
a student who is learning English as an additional language, often in a setting where English is the primary language of instruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
English language learners
Παραδείγματα
The university's ELL program provides intensive English courses for international students.
Το πρόγραμμα ELL του πανεπιστημίου παρέχει εντατικά μαθήματα αγγλικών για διεθνείς φοιτητές.



























