locked
Pronunciation
/ˈɫɑkt/

Ορισμός και σημασία του "locked"στα αγγλικά

01

κλειδωμένος, κλειδωμένος με κλειδί

secured with a key, code, or mechanism to prevent access or movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most locked
συγκριτικός βαθμός
more locked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The safe remained locked despite their efforts to open it.
Το χρηματοκιβώτιο παρέμεινε κλειδωμένο παρά τις προσπάθειές τους να το ανοίξουν.
02

παγιδευμένος, περιορισμένος

feeling trapped, restricted, or constrained in a situation or conflict
Παραδείγματα
Being in an unhealthy relationship made her feel emotionally locked, unable to find happiness on her own.
Το να βρίσκεται σε μια ανθυγιεινή σχέση την έκανε να νιώθει συναισθηματικά κλειδωμένη, ανίκανη να βρει ευτυχία μόνη της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store