lockdown
lock
ˈlɑk
laak
down
ˌdaʊn
dawn
/lˈɒkdaʊn/

Ορισμός και σημασία του "lockdown"στα αγγλικά

01

αποκλεισμός, απομόνωση

a situation in which people are required to stay in a secure place, often for safety or security reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lockdowns
Παραδείγματα
Lockdown measures were used to protect the public.
Τα μέτρα αποκλεισμού χρησιμοποιήθηκαν για την προστασία του κοινού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store