Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lockdown
01
αποκλεισμός, απομόνωση
a situation in which people are required to stay in a secure place, often for safety or security reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lockdowns
Παραδείγματα
Lockdown measures were used to protect the public.
Τα μέτρα αποκλεισμού χρησιμοποιήθηκαν για την προστασία του κοινού.
Λεξικό Δέντρο
lockdown
lock
down



























