lockdown
lock
ˈlɒk
lok
down
daʊn
dawn
lookdown

Ορισμός και σημασία του "lockdown"στα αγγλικά

01

αποκλεισμός, απομόνωση

a situation in which people are required to stay in a secure place, often for safety or security reasons 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lockdowns
Παραδείγματα
The school went into lockdown during the emergency. 

Το σχολείο μπήκε σε αποκλεισμό κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store