Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lockdown
01
αποκλεισμός, απομόνωση
a situation in which people are required to stay in a secure place, often for safety or security reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lockdowns
Παραδείγματα
The school went into lockdown during the emergency.
Το σχολείο μπήκε σε αποκλεισμό κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lockdown
lock
down



























