Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
locked
01
κλειδωμένος, κλειδωμένος με κλειδί
secured with a key, code, or mechanism to prevent access or movement
Παραδείγματα
The safe remained locked despite their efforts to open it.
Το χρηματοκιβώτιο παρέμεινε κλειδωμένο παρά τις προσπάθειές τους να το ανοίξουν.
02
παγιδευμένος, περιορισμένος
feeling trapped, restricted, or constrained in a situation or conflict
Παραδείγματα
Being in an unhealthy relationship made her feel emotionally locked, unable to find happiness on her own.
Το να βρίσκεται σε μια ανθυγιεινή σχέση την έκανε να νιώθει συναισθηματικά κλειδωμένη, ανίκανη να βρει ευτυχία μόνη της.
Λεξικό Δέντρο
unlocked
locked
lock



























