Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feel up
[phrase form: feel]
01
ψηλαφώ, αγγίζω ακατάλληλα
to inappropriately touch someone for one's sexual pleasure, specifically without their permission
Dialect
American
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel up
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels up
ενεστώτα μετοχή
feeling up
απλός αόριστος
felt up
παθητική μετοχή
felt up



























