Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
yeesh
01
Μπλιάξ, Αχ
used to express dismay, discomfort, or disgust
Παραδείγματα
Yeesh, I ca n't stand the smell of that perfume.
Yeesh, δεν αντέχω τη μυρωδιά αυτού του αρωματικού.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Μπλιάξ, Αχ