bracer
bra
ˈbreɪ
μπρει
cer
σα
brayer

Ορισμός και σημασία του "bracer"στα αγγλικά

01

τονωτικό, ανασταλτικό

a tonic or restorative (especially a drink of liquor) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bracers
02

βραχιόλι, προστατευτικό βραχίονα

a protective or supportive device worn on the arm or wrist, often used in archery or fencing 
Παραδείγματα
The archer wore a leather bracer on his forearm to protect against the bowstring. 

Ο τοξότης φορούσε ένα δερμάτινο προστατευτικό βραχίονα στον πήχη του για προστασία από τη χορδή του τόξου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bracer
brace
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store