Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acuteness
01
οξύτητα, αιχμηρότητα
the quality of having a sharp edge or point
02
οξύτητα, διαύγεια
a sharp intelligence, able to understand things deeply and quickly
Παραδείγματα
The author 's acuteness in depicting human emotions made the novel resonate deeply with readers.
Η οξύνοια του συγγραφέα στην απεικόνιση των ανθρώπινων συναισθημάτων έκανε το μυθιστόρημα να αντηχεί βαθιά στους αναγνώστες.
03
οξύτητα, ευαισθησία
a sensitivity that is keen and highly developed
Λεξικό Δέντρο
acuteness
acute



























