Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chuck up
[phrase form: chuck]
01
κάνω εμετό, ξεράω
to eject stomach contents through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
chuck
ενεστώτας
chuck up
γ΄ ενικό πρόσωπο
chucks up
ενεστώτα μετοχή
chucking up
απλός αόριστος
chucked up
παθητική μετοχή
chucked up
Παραδείγματα
The spicy food did n't agree with her stomach, and she had to chuck up shortly after the meal.
Το πικάντικο φαγητό δεν ταίριαζε στο στομάχι της, και έπρεπε να κάνει εμετό λίγο μετά το γεύμα.



























