Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to step off
[phrase form: step]
01
μετρώ με βήματα, μετρώ με αριθμό βημάτων
to measure a distance by counting the number of steps taken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
step
ενεστώτας
step off
γ΄ ενικό πρόσωπο
steps off
ενεστώτα μετοχή
stepping off
απλός αόριστος
stepped off
παθητική μετοχή
stepped off
Παραδείγματα
The surveyor stepped the length of the room off for accurate measurements.
Ο τοπογράφος μέτρησε το μήκος του δωματίου με βήματα για ακριβείς μετρήσεις.



























