to step off
Pronunciation
/stˈɛp ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "step off"στα αγγλικά

to step off
[phrase form: step]
01

μετρώ με βήματα, μετρώ με αριθμό βημάτων

to measure a distance by counting the number of steps taken
to step off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
step
ενεστώτας
step off
γ΄ ενικό πρόσωπο
steps off
ενεστώτα μετοχή
stepping off
απλός αόριστος
stepped off
παθητική μετοχή
stepped off
Παραδείγματα
The surveyor stepped the length of the room off for accurate measurements.
Ο τοπογράφος μέτρησε το μήκος του δωματίου με βήματα για ακριβείς μετρήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store