boyish
boyish
bɔɪɪʃ
μποϊισ
/bˈɔ‍ɪɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "boyish"στα αγγλικά

01

αγορίστικος, νεανικός

relating to or resembling a young man
boyish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boyish
συγκριτικός βαθμός
more boyish
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

boyishly
boyishness
boyish
boy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store