Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boyhood
01
παιδική ηλικία, νεότητα
the period of a male's life before he reaches adulthood
Παραδείγματα
Though they had n't spoken in years, they remained boyhood friends, forever connected by their shared past.
Αν και δεν είχαν μιλήσει για χρόνια, παρέμειναν φίλοι από την παιδική ηλικία, για πάντα συνδεδεμένοι από το κοινό τους παρελθόν.
02
αγορίστικη ηλικία, περίοδος αγοριού
the state in which a male individual is considered a boy
Παραδείγματα
The innocence of boyhood was evident in the carefree laughter and playful antics of the neighborhood children.
Η αθωότητα της παιδικής ηλικίας ήταν εμφανής στο ανέμελο γέλιο και τις παιχνιδιάρικες αταξίες των παιδιών της γειτονιάς.
Λεξικό Δέντρο
boyhood
boy



























