Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
situationally
01
κατάστασης, πλαισιακά
in a manner that relates to the specific circumstances or context at hand
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The decision was made situationally, considering the unique challenges faced by the team.
Η απόφαση λήφθηκε κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη τις μοναδικές προκλήσεις που αντιμετώπισε η ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
situationally
situational
situation
situate



























