unfulfilling
un
ˌʌn
αν
ful
fʊl
φουλ
fi
ˈfɪ
φι
lling
lɪng
λινγκ
instillingfulfillingshrillingunwilling

Ορισμός και σημασία του "unfulfilling"στα αγγλικά

unfulfilling
01

ανικανοποιητικός, ανολοκλήρωτος

not providing satisfaction or a sense of completion, leaving one dissatisfied or disappointed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfulfilling
συγκριτικός βαθμός
more unfulfilling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, emotion, evaluation

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unfulfilling
fulfilling
fulfill
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store