Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to amp up
01
αυξάνω, εντείνω
to increase the intensity, energy, or power of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
amp
ενεστώτας
amp up
γ΄ ενικό πρόσωπο
amps up
ενεστώτα μετοχή
amping up
απλός αόριστος
amped up
παθητική μετοχή
amped up
Παραδείγματα
The special effects in the movie were designed to amp up the intensity of key scenes.
Τα ειδικά εφέ της ταινίας σχεδιάστηκαν για να ενισχύσουν την ένταση των κύριων σκηνών.



























