hung up
hung
hʌng
hang
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "hung up"στα αγγλικά

01

εμμονικός, παρατηρημένος

overly preoccupied, worried, or obsessed with someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hung up
συγκριτικός βαθμός
more hung up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's still hung up on his ex. 

Είναι ακόμα κολλημένος με την πρώην του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store