to squick
squick
skwɪk
skvik
Trikkeshtickunpicksticke

Ορισμός και σημασία του "squick"στα αγγλικά

to squick
01

αηδιάζω, σιχαίνω

to disgust someone 
Transitive: to squick sb
to squick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squick
γ΄ ενικό πρόσωπο
squicks
ενεστώτα μετοχή
squicking
απλός αόριστος
squick
παθητική μετοχή
squick
Παραδείγματα
The graphic horror movie scenes squicked some viewers. 

Οι γραφικές σκηνές τρόμου της ταινίας αηδίασαν μερικούς θεατές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store