Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squick
01
αηδιάζω, σιχαίνω
to disgust someone
Transitive: to squick sb
Παραδείγματα
The mention of spiders squicked him yesterday.
Η αναφορά στις αράχνες τον αηδίασε χθες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αηδιάζω, σιχαίνω