to squick
Pronunciation
/skwˈɪk/

Ορισμός και σημασία του "squick"στα αγγλικά

to squick
01

αηδιάζω, σιχαίνω

to disgust someone
Transitive: to squick sb
to squick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squick
γ΄ ενικό πρόσωπο
squicks
ενεστώτα μετοχή
squicking
απλός αόριστος
squick
παθητική μετοχή
squick
Παραδείγματα
The mention of spiders squicked him yesterday.
Η αναφορά στις αράχνες τον αηδίασε χθες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store