Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sew up
01
ολοκληρώνω, καθηλώνω
to complete or secure something, typically an agreement or deal
Transitive: to sew up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
sew
ενεστώτας
sew up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sews up
ενεστώτα μετοχή
sewing up
απλός αόριστος
sewed up
παθητική μετοχή
sewn up
Παραδείγματα
They plan to sew up the contract by the end of the day.
Σχεδιάζουν να ολοκληρώσουν τη σύμβαση μέχρι το τέλος της ημέρας.



























